Εύα Μοδινού
για το έργο της / επιστροφή

ΕΥΑ ΜΟΔΙΝΟΥ, ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ – Ποίηση σε επτά Πράξεις, Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2012

Ο διευκρινιστικός υπότιτλος «Ποίηση σε επτά Πράξεις» εκ προοιμίου δημιουργεί την εντύπωση πως ειδολογικά το έργο αυτό της Εύας Μοδινού κατατάσσεται στο θεατρικό είδος. Εκ των πραγμάτων όμως η κατάταξη αυτή δεν ανταποκρίνεται στο θεατρικό είδος όπως αυτό έχει διαμορφωθεί απ’ αρχαιοτάτων χρόνων. Οπωσδήποτε όμως το περιεχόμενο, το ύφος του και αρκετοί θεατρικοί όροι, που χρησιμοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά στο αρχαίο δράμα (το οποίο άλλωστε τους καθιέρωσε), δικαιολογούν τον συσχετισμό του προς αυτό το είδος, και ειδικά προς τη φόρμα της αρχαίας τραγωδίας.
[…]
Οι επτά πράξεις αντιστοιχούν στα επεισόδια της τραγωδίας, τα οποία συνήθως είναι τρία, και το καθένα ακολουθείται από ένα στάσιμο (χορικό), που αποτελεί το λυρικό στοιχείο, ενώ τα επεισόδια αποτελούν το επικό στοιχείο και σ’ αυτά εξελίσσεται ο μύθος (η υπόθεση) της τραγωδίας. Και στο έργο της Εύας Μοδινού έχουμε αφηγηματικά και περιγραφικά ποιήματα, τα οποία προωθούν την υπόθεσή του, και άλλα λυρικά ή και μεικτά που αντιστοιχούν στα χορικά της τραγωδίας.
[…]
Η Εύα Μοδινού αφιερώνει το έργο της στη νεκρή αδελφή της: «Στη μνήμη της αδελφής μου». Μετά ακολουθεί ένα γενικό μότο από τον «Ορέστη» του Ευριπίδη σε απόδοση του Γιώργου Χειμωνά: «γίνεται Γοερή η απελπισία πριν γίνει σιωπή». Όσα προηγούνται του έργου σηματοδοτούν την ατμόσφαιρα της απελπισίας, της απόγνωσης και της τραγικής μόνωσης του πάσχοντος ανθρώπου και εισάγουν τον αναγνώστη στο περιεχόμενο του έργου. Ήδη έχει ανοίξει η αυλαία της σκηνής.
Μετά από τη γενική ψυχολογική προετοιμασία ακολουθούν οι επτά Πράξεις του έργου – του δράματος Για πάντα και η κάθε μια επιγράφεται με μια φράση ή μια λέξη μόνο, που αποτελεί προσήμανση του περιεχομένου της. Η Εύα Μοδινού διαρθρώνοντας σε αυτές τη δραματική ύλη και ακολουθώντας την κλίμακα πορείας του τραγικού, περνά όλες τις βαθμίδες της πορείας της δραματικής πράξης, από την «εγερτική δύναμη» του ενδιαφέροντος σιγά σιγά φθάνει στην «κορύφωση» και από εκεί στην «έκβαση», τη «λύση».
Η πρώτη πράξη επιγράφεται με τη φράση: «Ο μύθος του ανθρώπου» και ακολουθεί η αφιέρωση της πράξης «Στον Αποθέτη της Νιότης».[…]
Το έργο αρχίζει με τον αφηγητή, ο οποίος παρέχει διευκρινιστικά στοιχεία για την εκφορά του λόγου, όπως γίνεται με τον πρόλογο στην αρχαία τραγωδία:

Αφηγητής:

«Δεν ξέρω τι ζητώ εδώ ανάμεσα σ’ αυτά τ’ αρχαία
ανάγλυφα
Σε λίγο το Μουσείο θα κλείσει
Νυχτώνει
Όμως αυτή η νέα γυναίκα με τον Καθρέφτη
στην Επιτύμβια μαρμάρινη στήλη
ίσως περιμένει αυτήν ακριβώς τη Σιωπή
για να Μιλήσει….»

Από την αρχή λοιπόν, γίνεται γνωστός ο σκηνικός χρονότοπος: («το Μουσείο – Νυχτώνει»), το κύριο δρων πρόσωπο του έργου: («η νέα γυναίκα… στην Επιτύμβια … στήλη») και το πολύ σημαντικό ότι θα μιλήσει: («Περιμένει… να Μιλήσει»). Κατά έναν τρόπο η γυναίκα αυτή θα είναι η Μούσα που θα υπαγορεύει το περιεχόμενο του έργου στον αφηγητή.
Διευκρινίζουμε ακόμη και το ρόλο που υποδύεται το κάθε πρόσωπο. Η γυναίκα της επιτύμβιας στήλης είναι η περσόνα της νεκρής αδελφής της ποιήτριας και ο αφηγητής η περσόνα της ποιήτριας.
Με το επόμενο ποίημα «Επιτύμβιο» έχουμε, με εξομολογητικό τόνο, τον απολογισμό της σύντομης ζωής της νεκρής.
Από το Μουσείο μεταφερόμαστε στο «Νεκρομαντείο» του Άδη, όπου η Περσεφόνη είχε ειδικό έργο, ανέβαζε τα «είδωλα [των νεκρών] στη Σκηνή» ή τους έδινε «το μαγικό της φίλτρο[…] για να ξορκίσουν την αβάσταχτη ζωή» ή αποτραβιόταν «σε κάποιο βυθό του/ Κάτω Κόσμου για Πάντα // λησμονώντας…», όπου έχουμε αναφορά για πρώτη φορά και στον τίτλο του έργου. Περιγράφεται δηλαδή, στο ποίημα αυτό η «νέκυια», η μαγική τελετή με την οποία τα πνεύματα των νεκρών ανέβαιναν και ερωτώντο για το μέλλον:

«Οι μυημένοι περίμεναν μπροστά στο αντηχείο του Άδη
Ανυπομονούσαν να μιλήσουν με τους νεκρούς
– είχαν τόσα να τους πουν – ».

[…]
Ως προς τον μύθο (την υπόθεση) η αρχαία τραγωδία περιορίζεται σ’ ένα σημαντικό περιστατικό της ζωής του κεντρικού ήρωα. Οι παρεκβάσεις αποφεύγονται.
Στο έργο της Εύας Μοδινού έχουμε πολλά και άσχετα μεταξύ τους γεγονότα. Όμως φροντίζει όλα αυτά να συμβαδίζουν και να σχετίζονται με την διήκουσα το έργο αφηγηματική γραμμή γύρω από το πάσχον πρόσωπο, τη νεκρή.
Έτσι και το ποίημα «Περσεφόνη» και τα άλλα, μέχρι το τέλος της πρώτης πράξης, ποιήματα, που αναφέρονται στον «Μύθο του ανθρώπου» μ’ έναν πένθιμο λυρισμό, οραματικό τόνο και βαθύ στοχασμό, διεκτραγωδούν τη μαρτυρική ζωή της Περσεφόνης και τη βυθισμένη στο σκοτάδι ζωή των κοινών νεκρών, υπονοούν όμως και τα αδύνατα σημεία, λάθη, αστοχίες της σύντομης ζωής των θνητών -μαζί και της νεκρής- χωρίς να ελπίζουν ότι την κατάλληλη ώρα θα μεσολαβήσει ένας «Από Μηχανής θεός» για να δώσει τη λύση.
Στην αρχαία τραγωδία οι ήρωες πάσχουν και συνήθως συντρίβονται εξαιτίας κάποιας «αμαρτίας», παραπτώματος (παράβαση ηθικού κανόνα, ύβρις – αλαζονεία κ.λπ.)∙ και στο Για πάντα έχουμε πάσχοντα πρόσωπα π.χ. ο Ιώβ και φυσικά η νεκρή, μολονότι δεν γίνεται ακόμη κάποια σαφής αναφορά στην αιτία του πάθους της. Μαζί με την Άρτεμη, τον Διόνυσο και τον Θάνατο, η νεκρή («κι οι προσφιλείς νεκροί σαν παγωμένα αστέρια») είναι καθηλωμένη σε μια εικόνα στατική, εικόνα νεκρής φύσης.
Η πρώτη πράξη λοιπόν, περιγράφει την επικράτεια του Θανάτου, καθώς ο αφηγητής ανακοινώνει με αναδιήγηση, τα λόγια της νεκρής τα οποία απηχούν και τον δικό του συναισθηματικό κόσμο και όλα δένονται με τη ζωή του.
Η επικεφαλίδα της δεύτερης πράξης «Η εξουσία του σκότους» και ο εντοπισμός του σκηνικού χώρου «Στους θαλάμους ενός ψυχιατρείου» μας μεταφέρουν, δια της περιγραφής του αφηγητή, σ’ έναν κόσμο εξωπραγματικό και εφιαλτικό, του πόνου, όπου επικρατούν εικόνες μακάβριες, εικόνες μαρτυρίου, εικόνες δαντικές, εικόνες Κολάσεως δοσμένες με σκληρό ρεαλισμό.
Αναμειγνύονται στοιχεία της αρχαίας ελληνικής Μυθολογίας με στοιχεία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, που μας μεταφέρουν στον Τάρταρο, τη φυλακή των Τιτάνων, στον καθηλωμένο στο βράχο Προμηθέα, στη νέκυια της Οδύσσειας (ΙΑ΄ ραψωδία), στον Ησαΐα, στη Γεθσημανή – το Όρος των Ελαιών, στον προδότη Ιούδα, στο μαρτύριο του Ιώβ και γενικά σε χώρους, όπου, κατά τον αφηγητή «Ο Θάνατος… Μια ανάσα παγωμένη Παντού/…/ Με κύκλωνε Σαν Εφιάλτης», απλώνοντας τις μαύρες φτερούγες του.
Παραθέτω το εισαγωγικό ποίημα του Αφηγητή για το μαρτύριο του Ιώβ:

«… Τότε βρέθηκα μέσα σ’ ένα σκοτεινό Κήπο
Κάποιος είχε σκάψει ένα λάκκο στο κέντρο του
Κοίταξα προσεκτικά
Ήταν Τάφος
Δεν έβλεπα όμως κανέναν εκεί
Όταν είδα
Πάγωσα
Δεν ήταν άνθρωπος πια Ολόκληρος μια πληγή
Δεν ήταν άνθρωπος
Ένας νεκρός που ανέπνεε
ή ένας ζωντανός που δοκίμαζε το θάνατό του
όπως προβάρουμε ένα ρούχο

Σάπιζε ζωντανός

Δεν βρήκα λόγια παρηγοριάς
Ο θάνατος φτερούγιζε συνεχώς πάνω του
τον άγγιζε με τ’ ακονισμένα παγωμένα του φτερά

- Ποιο είναι τ’ όνομά σου; Ρώτησα
- IΩΒ Απάντησε».

Η Εύα Μοδινού για τη γραφή του ποιήματος με τίτλο «Ιώβ» που ακολουθεί (μετά το ποίημα του Αφηγητή) είχε ως πρότυπο το «διδακτικό»(!) ποίημα της Π.Δ. που αναφέρεται στο μαρτύριο του Ιώβ, το οποίο έχει μορφή διαλογική και ανάπτυξη δραματική. Ενώ το ποίημα της Εύας Μοδινού είναι περιγραφικό, αλλά κατορθώνει να μας προβάλει έντονα μια εικόνα Κολάσεως που προκαλεί τρόμο και σκέψεις εφιαλτικές. Αυτό περιμένει τον άνθρωπο; Αυθόρμητα τίθεται το ερώτημα.
Ο Ιώβ κι εδώ παρουσιάζεται ως ένα τραγικό πρόσωπο, όπως τέτοια είναι και τα πρόσωπα - οι ήρωες της αρχαίας τραγωδίας. Ο Ιώβ είναι τραγικό πρόσωπο όχι τόσο για τις σωματικές κακώσεις, τις πληγές του• αυτές προσδίδουν εξωτερική τραγικότητα. Και ο Οιδίπους είναι τραγικό πρόσωπο, όχι γιατί τυφλώνεται και εκθρονίζεται, αλλά γιατί τιμωρείται για τα «αμαρτήματα» των Λαβδακιδών και για τα δικά του ακούσια αμαρτήματα, που έπραξε σπρωγμένος από την Άτη. Μόνο η εσωτερική τραγικότητα των ηρώων καθιστά πραγματικά τους ήρωες τραγικούς και κατάλληλους για δραματοποίηση. Τέτοιος, λοιπόν, τραγικός ήρωας είναι ο Οιδίπους, όπως και ο Ιώβ που υφίσταται το μαρτύριό του ενώ είναι αθώος και «πάσχει», υποφέρει απλώς γιατί ο Θεός ήθελε να δοκιμάσει την πίστη του.
Το μαρτύριο του Ιώβ φαίνεται σαν μια παρέκβαση, παρέκκλιση από το θέμα, την υπόθεση του Για πάντα. Όμως φαίνεται πως έχει τους λόγους της η ποιήτρια να το συσχετίζει με τη ζωή και τα πάθη της νεκρής. Έτσι ιδωμένο το ποίημα αυτό δεν παραβαίνει τον κανόνα της ενότητας του μύθου, της υπόθεσης.
Στο σημείο αυτό θεωρώ απαραίτητο έναν σχολιασμό για τις πάμπολλες διακειμενικές αναφορές και τη λειτουργία τους. Πάνω από πέντε σελίδες καλύπτουν τα δάνεια και οι σημειώσεις που παραθέτει η Εύα Μοδινού. Με τις διακειμενικές αυτές αναφορές σαν να έχουμε το βιολογικό φαινόμενο της «ετερογένεσης». Δηλαδή δύο ποιητές συνδημιουργούν, με την προσθήκη και τη συνέργεια των κειμένων τους, ένα νέο ποίημα διαφορετικής υφής και ύφους από το ποίημα του καθενός. Αλλά και κάτι άλλο δείχνουν οι διακειμενικές αναφορές, την εσωτερική ανάγκη δηλαδή του ποιητή να βρει σ’ αυτές μια αλληλεγγύη, ένα στήριγμα στο έργο του κι ακόμα την επιθυμία του ποιητή να στεγάσει το έργο του στο κοινό οικοδόμημα, ει δυνατόν, της παγκόσμιας ποιητικής δημιουργίας.
Η τρίτη πράξη με τον τίτλο «Αποκαθήλωση» προεξαγγέλλει το περιεχόμενό της και με τη φράση «Στο δωμάτιο της Νεκρής» προσδιορίζει και εδώ τον σκηνικό χώρο. Η λέξη «Αποκαθήλωση» επανέρχεται ως τίτλος του τελευταίου ποιήματος της πράξης.
Παραθέτω ένα απόσπασμά του:

«Τούτο το σώμα ας ξεκαρφώσω πια
από το Σταυρό•
ας γίνει η αποκαθήλωση

Το μοιρολόι να ξεκινήσει

Κι ο ήλιος που δεν φέγγει πια
- μια έκλειψη δεινή στο μέσον του μεσημεριού -
ας κρύψει τούτο το φιλί

στερνό φιλί
καθώς στο ακρόχειλο χαροπαλεύει
σαν ένας όρκος που έχει ήδη ξεχαστεί».

Η ποιήτρια στο ποίημα αυτό εκφράζεται σαν να πρόκειται για προσωπικό της βίωμα.
Προηγήθηκε το ποίημα «Καθήλωση – Ι και ΙΙ», όπου ο λόγος αναφέρεται σε δύο: «Μια Σελήνη παραπλανητική σαν βραχίονας θαμβωτικός / μας άδραξε αιφνίδια /…/ μας καθήλωσε στην άκρη της Νύχτας / Κι έπειτα σε μια ακίνητη λιμνοθάλασσα /…/ μας σκέπασε η θλίψη /…/ μας σκέπασε η ομίχλη το κρύο η λησμονιά /…/ Πόσο γρήγορα ο κόσμος σκοτείνιαζε γύρω μας…». Στο δράμα της νεκρής συμμετέχει και η ποιήτρια.
Και στο ΙΙ απόσπασμα σημειώνει με νόημα: «Ρίζωνε το κυπαρίσσι των νεκρών στ’ ανοιχτά της θάλασσας / σε μια μαρμαρωμένη ώρα». Το κυπαρίσσι λοιπόν των νεκροταφείων, το σύμβολο του θανάτου ρίζωνε «χωρίς το οικείο μιας αγάπης».
Η ποιήτρια με βιβλικές εικόνες, όπου επικρατεί το φάσμα του θανάτου, περιγράφει τη μοίρα, το μαρτύριο τόσο της νεκρής όσο και το δικό της.
Επειδή προηγουμένως έγινε αναφορά στο Όρος των Ελαιών, στον Ιούδα και στον Προμηθέα, η «Αποκαθήλωση» μπορεί να παραπέμπει στην αποκαθήλωση του Χριστού από τον σταυρό αλλά και στη λύση των δεσμών του Προμηθέα, όπως γίνεται στην τραγωδία του Αισχύλου «Προμηθεύς λυόμενος», η οποία δεν σώζεται.
Ο αφηγητής εντούτοις αναφέρεται στον καθηλωμένο χρόνο που «τότε[…] ξεχύθηκε στην κοίτη του» και άρχισε «… να διασκορπίζει // με βία να χτυπά τις αυταπάτες μας /-αυτούς τους τάφους τους βασιλικούς / που χρόνια χτίζουμε σαν είλωτες-/…/ Κι έπειτα πώς να κρατηθούμε; / Όσοι αγαπήσαμε βουλιάζαν στο βυθό // άφηναν πίσω τα όνειρά τους / εκείνο το τόσο σύντομο «για πάντα» / στις όχθες του καιρού καθηλωμένο».
Εδώ ο αφηγητής, με άλλα λόγια, αποφθέγγεται και με ύφος κατηγορηματικό δηλώνει πως ο χρόνος ανατρέπει τα πάντα.
Με τον κυματισμό του νοήματος και τις εναλλαγές των εκδοχών επιτείνεται το ενδιαφέρον του αναγνώστη και η σφοδρότητα του δραματικού πάθους, το οποίο βρίσκεται ήδη στην κορύφωσή του.
Όπως στην αρχαία τραγωδία έχουμε και τον κομμό που είναι ένα είδος νεκρικού θρήνου, έτσι και στο Για πάντα έχουμε την τέταρτη πράξη που επιγράφεται «Θρήνος» και ακολουθεί, όπως και στην τραγωδία, μετά από μεγάλη συμφορά (τον θάνατο οικείου προσώπου) που είναι ο πυρήνας του έργου.
Σ’ αυτή την πράξη η νεκρώσιμη ακολουθία από «συγγενείς, φίλους και περιοίκους που ξεπροβοδίζουν τη Νεκρή» ονομάζεται Χορός και αυτός θρηνεί. Παραθέτω το σύντομο χορικό, το πρώτο του έργου, που αντιστοιχεί στην πάροδο της τραγωδίας.

Χορός:

«Και τώρα εδώ στο ξόδι τα μάγουλά σου
βρέχω με τα πικρά μου δάκρυα

μα εσύ μες στ’ ασφοδίλια των νεκρών
σαν βυθισμένη σ’ όνειρο αναπαύεσαι

κι ήδη σε χτίζει του Κάτω Κόσμου
η πέτρινη Σιωπή».

Αυτός ο θρήνος είναι, όπως προαναφέραμε, σαν τον κομμό της τραγωδίας.
Ο Χορός, ως γνωστόν, αντιπροσωπεύει την κοινή γνώμη, ή γίνεται το στόμα του ποιητή, όπως στο έργο της Εύας Μοδινού. Άλλοτε πάλι, όπως και στο Για πάντα, όταν υπερφορτίζεται η ατμόσφαιρα και η ένταση μπορεί να σπάσει το νήμα του τραγικού πάθους, τότε επεμβαίνει ο Χορός και αποφορτίζεται η ατμόσφαιρα.
Μετά «Το Ξόδι» που είναι ένα μοιρολόγι, ακολουθεί ο θρήνος του αφηγητή, «Κι εσύ η Νεκρή…», για τη νεκρή της επιτύμβιας στήλης που παραπέμπει επίσης στον κομμό, το νεκρικό θρήνο της αρχαίας τραγωδίας, που ψαλλόταν αμοιβαία από τον Χορό και έναν υποκριτή (διωδία) σαν λυρικός διάλογος.
Μετά από το ποίημα «Κι εσύ η Νεκρή…», του οποίου η αρχή «Τα έργα που αρχινήσαμε μ’ ορμή νεανική / μισά απομείναν» δείχνει πως το νήμα της ζωής της νεκρής κόπηκε απότομα, ακολουθεί, ως επέκταση νοηματική και σχολιασμός του, το δίστιχο:

«Κατάπιες όλα τα ξυράφια της τρέλας
όμως δεν ξόρκισες την Απουσία».

Ο τρόπος αυτός, δηλαδή ένα πολύστιχο ποίημα ν’ ακολουθείται από ένα σύντομο -όπως το ανωτέρω δίστιχο- είναι ένα από τα δομικά στοιχεία του έργου της Εύας Μοδινού.
Στην ίδια πράξη παρακολουθούμε την τελευταία πορεία, («Η Ρότα της Ψυχής»), της νεκρής μέχρι το Κοιμητήρι, η οποία κλείνει με το ποίημα «Σωπαίνεις». Σε αυτό λοιπόν το πολύστιχο ποίημα με δραματικό τρόπο και ύφος παραμιλήματος γίνεται ένας διάλογος μεταξύ της νεκρής και της αδελφής της, γεμάτος διαλογισμούς και αναπάντητα ερωτήματα. Στην ερημιά του Κοιμητηρίου ζητάει η ποιήτρια πίσω τη Χίμαιρά της (την επιθυμία της, που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί) κι ένα χέρι σπλαχνικό, τη βοήθεια της νεκρής αδελφής της να της δώσει τον οβολό για τον Χάρωνα, τον πορθμέα των νεκρών.
Αναγκαστικά παρέλειψα ήδη πολλά και θα παραλείψω ακόμη περισσότερα, και βέβαια σημαντικά μέρη του έργου.
Στην πέμπτη πράξη τη θέση της νεκρής της επιτύμβιας στήλης παίρνει η Πεντάμορφη του γλυπτού «Το παραμύθι της Πεντάμορφης» του Γιαννούλη Χαλεπά, το οποίο μπαίνει ως δεύτερη προμετωπίδα του βιβλίου και την οποία περιγράφει σε συσχετισμό με τη νεκρή η ποιήτρια, ενώ ως πρώτη προμετωπίδα μπαίνει η «Μεγάλη αναπαυόμενη» (τμήμα) πάλι του Γιαννούλη Χαλεπά. Κι αυτά τα έργα και το μότο από την ποιητική συλλογή «Ο Έρωτας, η Νύχτα» του Ανδρέα Τζουράκη: «Έλα, ύπνε, πάρε με από το χέρι / έτσι κι αλλιώς ένας καθρέφτης μας χωρίζει απ’ τους νεκρούς», αφού ο Ύπνος είναι δίδυμος αδελφός του Θανάτου, γιος της Νύχτας, έχουν σχέση με τον θάνατο, που είναι ο πυρήνας του έργου της Εύας Μοδινού.
Ο τίτλος της πράξης αυτής είναι: «Η Αγάπη», ο δημιουργικός νόμος της φύσης και της ζωής. Το παντοδύναμο αυτό πάθος του έρωτα καταδυναστεύει, τρελαίνει, όπως λέει ο Σοφοκλής, όποιον χτυπήσει με το βέλος του ο φτερωτός θεός. Αυτό το συναίσθημα μπορεί να υψώσει τον άνθρωπο στο ανώτατο σημείο της ανθρώπινης ευτυχίας, αλλά μπορεί και να τον βυθίσει στο έσχατο όριο της δυστυχίας, να γίνει μοιραίο και να τον οδηγήσει σε απονενοημένο διάβημα. Ο αφηγητής επισημαίνει σχετικά:

«Αιχμάλωτη έζησες μέσα στον ίλιγγο της Νύχτας
ενώ ποθούσες ένα φως έως της καρδιάς σου το άβατο
ενώ ποθούσες μι’ αγάπη κραταιά έως θανάτου».

Θύμα, όπως φαίνεται, της αγάπης, της ματαιωμένης και προδομένης αγάπης, υπήρξε και η νεκρή. Σε πάρα πολλά σημεία του έργου γίνεται κάποια σχετική αναφορά.
Όσο ζούσε η νεκρή ήταν απελπισμένη, αποκαμωμένη, παραιτημένη απ’ τη ζωή, η οποία, εξομολογείται, δεν είχε πλέον κανένα νόημα γι’ αυτήν. Η αγάπη έπαιξε τον καταλυτικό της ρόλο, όπως φαίνεται και στα λίγα αποσπάσματα που ακολουθούν:

«Άφησέ με μέσα σε μια βαθειά καλντέρα να κοιμάμαι
με τ’ ακριβό το χτένι της αγάπης»

«Έζησα στην πιο βαθειά μου ερημιά χωρίς αγάπη
κανείς δεν κατάλαβε ποτέ πόσο διψούσα
πόσο κρύωνα

πόσο φοβόμουν μες στο σκοτάδι του κόσμου»

«είναι αργά πια έχω χάσει όλες τις ηλικίες της νιότης»

«μόνη βυθίστηκα στης Νύχτας τον κρατήρα
[…]
και σκούριασε το χτένι της αγάπης»

«… την τάφρο μιας αβύσσου
[…]
Μονάχα η νεκρή τη διάβηκε
με το πουκάμισο μες στο αίμα της πλυμένο
με τα μαλλιά της λουσμένα μες στις θύελλες
με το τυραννισμένο της κορμί το άρρωστο
τον πόνο το μεγάλο που δεν βρήκε πουθενά
προσκέφαλο»

Να, λοιπόν, γιατί υπήρξε τραγικό πρόσωπο και η νεκρή. Γιατί υπήρξε οδυνηρά πάσχον πρόσωπο, ενώ ήταν αθώα. Και ήταν τραγικό πρόσωπο, γιατί ακόμα η ελεύθερη βούλησή της, η επιθυμία της, ήρθε σε διαμάχη με εξωτερικές ή και εσωτερικές ψυχικές αντίμαχες δυνάμεις που, σαν αδήριτη ανάγκη, την οδήγησαν στο μοιραίο, στην καταστροφή.
Ήδη η δραματική πράξη πήρε τη λεγόμενη «στροφή» προς την «έκβαση» του έργου. Στην έκτη πράξη τώρα, αφού προσδιοριστεί ο σκηνικός χώρος «Αρχαία σκηνή», «Αλώνι», και με το μότο: «… και ν’ ακούγεται το σμίλεμα του χρόνου σφυρίζοντας / μες στα πανιά και τις αντένες / της ύπαρξης» του Γιάννη Δάλλα («Αποθέτης»), καθώς ο χρόνος ενισχύεται με τον εντοπισμό «Στο Κοίλο των Καιρών», γενικεύεται ο λόγος για όλους τους ανθρώπους που υφίστανται κάποια στιγμή τη Νέμεση, την θεόθεν τιμωρία:

Χορός:

«Αυτή η Νέμεση πούχει ριζώσει στη ζωή μας
σαν τον Τροχό αρχαίας Τραγωδίας
στο ίδιο αλώνι μάς γυρνά σαν ένας κύκλος
από γενιά σ’ άλλη γενιά σημαδεμένος
μ’ αίμα νεκρών

Μα ποιος μπορεί για λίγο έξω από την τροχιά του
να σταθεί να σταματήσει.

τη φρενιασμένη δρασκελιά της Μοίρας;»

Πριν από το χορικό αυτό σε παρένθεση εξηγεί η ποιήτρια σαν να δίνει σκηνική οδηγία: «Ο Χορός επιστρέφει στη Σκηνή αλλά οι θεατές είναι ήδη Σκιές». Εδώ έχουμε δηλαδή τη λεγόμενη «επιπάροδο», την επάνοδο και τη δεύτερη είσοδο του Χορού στο θέατρο. Η επιπάροδος προϋποθέτει την αποχώρηση του Χορού, μετά την πάροδο, από το θέατρο κατά τη διάρκεια της παράστασης, η οποία ονομάζεται «μετάστασις». Σ’ αυτήν λοιπόν, την επιπάροδο, ο Χορός επισημαίνει την κατάρα της Νέμεσης, της Μοίρας, που βλέπουμε στις αρχαίες τραγωδίες, και η οποία όταν επιπέσει σε κάποια οικογένεια «δι’ ἁμαρτίαν ἑκούσιον ἤ ἀκούσιον», όπως για παράδειγμα στην οικογένεια (στον οίκο) των Λαβδακιδών, τότε μεταδίδεται από γενιά σε γενιά μέχρι το ξεκλήρισμά της.
Σ’ αυτήν την πράξη υπάρχουν και άλλα στοιχεία (ειδικοί όροι) που παραπέμπουν στη δομή της αρχαίας τραγωδίας, όπως για παράδειγμα: «σειρές των εδωλίων», στο μέσον μιας «Σκηνής», «στο Κοίλο του αρχαίου θεάτρου», «Προσκήνιο», «Παρασκήνιο»κ.ά. Ο λόγος με «πυργωμένες φράσεις» και τολμηρές μεταφορές παίρνει διδακτικό και αποφθεγματικό χαρακτήρα. (Ας μην ξεχνούμε πως η παράσταση του αρχαίου δράματος ονομαζόταν «διδασκαλία»).
Το δράμα λοιπόν των ανθρώπων παίζεται απ’ αρχαιοτάτων χρόνων: «Το ίδιο δράμα αιώνες τώρα στη σκηνή / μονάχα τα πρόσωπα που αλλάζουν ρόλους», («Αρχαίο Θέατρο»), «Γεράσαμε ίσως μπορούμε ν’ αποσυρθούμε / απ’ το Προσκήνιο», αφού δεν έχουμε τίποτα άλλο να προσφέρουμε «Καλύτερα ένα Τέλος να δοθεί στο έργο αυτό / κι ας είναι Αλλόκοτο». Και πάλι «Γεράσαμε σε κάποια θλιβερή σκηνή / τα ίδια λόγια μηρυκάζοντας / τους ίδιους τρόπους τους φτηνούς». Το «γεράσαμε» φυσικά δεν αναφέρεται τόσο στην ηλικία αλλά στην ηθική κυρίως χρεοκοπία. Δηλώνει ένα θλιβερό απολογισμό του βίου και της πολιτείας κάθε ανθρώπου, με τελική απαισιόδοξη απόφαση: «γυρεύοντας ωστόσο απελπισμένοι μιαν Έξοδο / από τη Σκηνή // γυρεύοντας σ’ αυτήν την τραγωδία μας / μια Πράξη Τελική» («Παρασκήνιο»). Όμως «ανύποπτοι» εμείς οι άνθρωποι δεν αντιλαμβανόμαστε πως «… οι νεκροί μιλούν με τη σιωπή» και μας διδάσκουν πως είμαστε «σκιᾶς ὂναρ» όπως λέει ο Πίνδαρος και πως είμαστε πλέον σαν τους θαμμένους νεκρούς «κι οι αιώνες μάς σκεπάζουν σαν σκιές» («Αρχαίο Νεκροταφείο»).
Εδώ, περισσότερο από άλλα μέρη του έργου, συνδυάζονται η ποιητική ευαισθησία και ο στοχασμός.

Με την έβδομη, τελευταία, πράξη, την «Έξοδο» τελειώνει το έργο διδάσκοντας τον αναγνώστη. Ο σκηνικός προσδιορισμός: «Στα Δώματα του Αιώνιου», δεν εντοπίζεται σε χώρο, παίρνει άλλες διαστάσεις και προεκτάσεις, χρονικές και ηθικές, όπως δείχνει και το μότο: «- όταν γλιστρά απ’ το χρόνο μας / και γδέρνει τις ψυχές- ».
Το πρώτο ποίημα της Εξόδου δομείται με παραλληλισμούς και αντιθέσεις:

«Αυτή η μέρα άρχισε σαν μια λευκή χειρονομία
περιστεριού που άνοιξε τα φτερά
[…]

Αυτή η ζωή άνοιξε τα φτερά σαν μια λευκή χειρονομία
και τώρα ξέπνοη

σε μια γωνιά του Χρόνου καρφωμένη
αφανίζεται»

Το αμέσως επόμενο ποίημα του Αφηγητή παίρνει δραματικό χαρακτήρα από έναν πλασματικό διάλογο ανάμεσα στον αφηγητή και τη νεκρή. Εδώ ξαναγυρίζουμε στο μοτίβο της αγάπης, του έρωτα («Τα ξόρκια τα πανάρχαια του έρωτα») ενώ οι στίχοι:

«Κανείς δεν σ’ ακολούθησε έως εδώ

Μονάχα αυτή η επίμονη κραυγή
σαν πληγωμένου που παλεύει σε σκοτεινά νερά
να σταματήσει το Αίμα»

δείχνουν πως ενεργεί το τραγικό πρόσωπο. Ο τραγικός ήρωας λοιπόν, μόνος του αντιμετωπίζει το πρόβλημά του, μόνος του αποφασίζει τι να κάνει και μόνος του προχωρεί στην εκτέλεση της απόφασής του. Ας θυμηθούμε την Αντιγόνη, την ηρωίδα της ομώνυμης τραγωδίας του Σοφοκλή. Απομονώνεται και αποξενώνεται απ’ όλους του περίγυρού της, την αδελφή της την Ισμήνη, τον θείο της τον Κρέοντα, τον αρραβωνιαστικό της τον Αίμονα, ακόμα και από τον Χορό. Μέσα στη μοναξιά ζει σ’ έναν άλλο κόσμο, σαν να μην είναι εκ του κόσμου τούτου, σαν υπνωτισμένη, συνεπαρμένη από την απόφασή της, σαν να φοράει παρωπίδες και δεν βλέπει τίποτα, τραβά κατευθείαν στην πράξη και φυσικά στην αυτοκαταστροφή της, όπως μια πεταλούδα έλκεται από μια αναμμένη λάμπα στην οποία κολλάει και καίγεται απ’ αυτήν, έτσι κι αυτή ολοκληρώνεται ως τραγική ύπαρξη.
Κάπως έτσι ίσως αισθανόταν και η νεκρή του Για πάντα πριν από το διάβημά της.
Εν συνεχεία στο ποίημα «Η μελλοθάνατη», η νεκρή εξομολογείται περί του μοιραίου τέλους της που πλησιάζει:

«Το αίμα μου γκρεμίζεται στη Δίνη της Πληγής
σαν Ειμαρμένη

κι η σκαλωσιά του Ιλίγγου
του πάθους η ανεμόσκαλα που ξόρκιζε τον Τρόμο

αυτή τη Νύχτα αιφνίδια

ξεκρεμάστηκε»

Διατυπώνοντας μόνο υπονοούμενα που ξεκαθαρίζουν με τον τίτλο και το περιεχόμενο του επόμενου ποιήματος («Γράμμα ενός αυτόχειρα») όπου προβαίνει με διάθεση στοχαστική στην απολογιστική αποτίμηση της ζωής της, ενώ στο ΙΙ απόσπασμα – ποίημα γίνεται περισσότερο αποκαλυπτική μιλώντας για το είδος, το ποιόν της ζωής της καθώς ήταν ξεγραμμένη από τη γέννησή της:

«Χωρίς να βλέπω τη σκοτεινή κρησάρα των δημίων
αγάπησα

ενώ οι άφτερες φρικτές θεές με σπαργανώσανε
στο μαύρο χιόνι της ερημιάς τυφλή αμίλητη»

Ακολουθεί η «Προσευχή του Τυφλού», όπου και πάλι επανέρχεται το μοιραίο μοτίβο της αγάπης:

«Χλωρή ψυχή ήμουν κάποτε όμως τώρα
με πνίξανε τα χρέη της αγάπης[…]»

και
«καθώς τρεκλίζω σύρριζα στον γκρεμό
καθώς οδοιπορώ χωρίς πνοή χωρίς φτερά
[…]
στην κόψη της Αγάπης
στο "για πάντα"».

Από το ταξίδι στον Κάτω Κόσμο, στον Άδη, επιστρέφει η νεκρή στην επιτύμβια στήλη και από εκεί εκφράζει την επιθυμία, την «Ελπίδα», απευθυνόμενη στον καθένα:

«Ένα πύρινο παιδί κοιμάται στα έγκατα
της μνήμης μου

Μην το ξυπνήσεις!
[…]

Η γέννησή του είχε το δικό της μερτικό
στην Άβυσσο

μα ίσως κάποτε να βγει στο Φως».

Και στη συμπληρωματική επέκταση του νοήματος αυτού του ποιήματος, η ποιήτρια διερωτάται:

«Αυτό λοιπόν είναι η ζωή;
Η αρχιτεκτονική Στιγμών μες στις σχισμές του Απείρου;
Ή ίσως η λίγη αγάπη το Λάξευμα το επίπονο ενός γλύπτη
στο Μαύρο Λίθο της καρδιάς;».

Τέλος στο ποίημα «Έξοδος» η ποιήτρια –ή μήπως η νεκρή;- συνδιαλέγεται με τη Μοίρα της:

«γυμνή στη ράχη των καιρών φυλακισμένη
με τη φωνή μου μες στα μάρμαρα

να την σκεπάζουν αγγελικά μαύρα φτερά
νύχτα ασάλευτη

για νάναι σιδερένιοι οι ιμάντες της σιωπής
φαρμακωμένα της στοργής τα σπάργανα
πένθιμο το φως που

ζωντανή με χτίζει
στην πιο σκληρή μου Ανάγκη
στου Άδη την πιο βαθειά καταπαχτή […]»

Σαν να στέλνει, καθώς πέφτει η αυλαία, ένα δίδαγμα–μήνυμα στους ζωντανούς για το νόημα της ζωής, όπως αυτό ενσαρκώθηκε στην ίδια.
Το πολυσέλιδο αυτό έργο «Για πάντα – Ποίηση σε επτά Πράξεις» της Εύας Μοδινού όσο πλούσιο και ποικίλο είναι στο περιεχόμενο και πολύτροπο στην έκφραση και γενικά στη μορφή άλλο τόσο δυσκολοδάμαστο είναι στην ερμηνευτική του προσέγγιση. Η κατανόηση του κειμένου αυτού για τον αναγνώστη είναι απαραίτητη.

Περικλής Τσελίκης

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ο Σίσυφος», τεύχος 5, Ιανουάριος-Ιούνιος 2013.